δημοσιεύω
ρήμα1. Κάνω δημόσια ή επίσημη γνωστοποίηση κειμένου, έργου ή πληροφορίας, θέτοντάς το στη διάθεση του κοινού μέσω έντυπων ή ηλεκτρονικών μέσων.
Συνώνυμα
εκδίδω δημοσιοποιώ γνωστοποιώ αναρτώ ανεβάζω ποστάρω ανακοινώνω κοινοποιώ αναδημοσιεύω καταχωρώ αναγγέλλω διακηρύσσω βάζω γράφω μοιράζομαι δηλώνω αποκαλύπτω αναγράφω διαλαλώ τυπώνω προβάλλω διαδίδω κυκλοφορώ μεταδίδω διακινώ ανακηρύσσω κηρύσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα δημοσιεύω ένα νέο άρθρο στο προσωπικό μου ιστολόγιο.
- Κάθε εβδομάδα στη βιβλιοθήκη δημοσιεύω ενημερώσεις για τις νέες αφίξεις.
- Όταν δημοσιεύω επιστημονική έρευνα, τη στέλνω πρώτα σε αξιολόγηση.
- Στην επίσημη ιστοσελίδα της εταιρείας δημοσιεύω τα οικονομικά αποτελέσματα.
- Στα κοινωνικά δίκτυα δημοσιεύω σύντομα βίντεο με εκπαιδευτικό περιεχόμενο.