γερός
επίθετο1. Που έχει μεγάλη φυσική δύναμη και αντοχή, ικανός να ασκεί δύναμη ή να αντέχει σε καταπονήσεις.
2. Που έχει στέρεα και ανθεκτική κατασκευή ή σύσταση, ικανός να διατηρεί τη λειτουργία του υπό δύσκολες συνθήκες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς είναι γερός και περπατάει ακόμα κάθε μέρα.
- Το ξύλινο τραπέζι είναι πολύ γερό και δεν κουνιέται.
- Έχει γερό στομάχι, δεν τον ενοχλεί το καυτερό φαγητό.
- Ήταν μια γερή βροχή που κράτησε όλη τη νύχτα.
- Έφαγε ένα γερό χαστούκι και σάστισε.