γελοιοποίηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή διαδικασία με την οποία παρουσιάζεται κάποιος ή κάτι ως αστείος, ανόητος ή ανάξιος σεβασμού, με σκοπό τη μείωση του κύρους ή την πρόκληση χλεύης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γελοιοποίηση του πολιτικού από τα Μέσα Προβολής προκάλεσε δημόσιο χλευασμό.
  • Η συστηματική γελοιοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων μειώνει την προσοχή που τους αξίζει.
  • Η παράσταση προχώρησε σε γελοιοποίηση των στερεοτύπων με τρόπο που σχολίαζε την κοινωνία.
  • Η δημόσια γελοιοποίηση του επιστήμονα επηρέασε αρνητικά την καριέρα του.
  • Η γελοιοποίηση των θυμάτων σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είναι ηθικά απαράδεκτη.