αφεντικό
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που προσλαμβάνει, καθοδηγεί και ελέγχει την εργασία άλλων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη λειτουργία και τις αποφάσεις ενός τμήματος ή μιας επιχείρησης.
Συνώνυμα
αφέντης εργοδότης προϊστάμενος διευθυντής επικεφαλής μάνατζερ αφέντρα αρχηγός ηγέτης δεσπότης κυρίαρχος κυβερνήτης προστάτης κεφάλι κύριος ιδιοκτήτης διοικητής υπεύθυνος ανώτερος στέλεχος άρχοντας άρχων ηγεμόνας ηγεμών επόπτης καπετάνιος νταβατζής ανώτατος λοχαγός νοικοκύρης συντονιστής διαχειριστής εντολέας κάτοχος προϊσταμένη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αφεντικό μας έδωσε οδηγίες για το νέο έργο.
- Ο σκύλος ακολουθεί πιστά το αφεντικό του.
- Το αφεντικό της συμμορίας συνελήφθη χθες.
- Σε αυτή την οικογένεια το αφεντικό αποφασίζει για τα πάντα.
- Πρέπει να ρωτήσουμε το αφεντικό πριν πάρουμε την τελική απόφαση.