νοικοκύρης
ουσιαστικό1. Άτομο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση και την οργάνωση του νοικοκυριού, φροντίζοντας την καθαριότητα, τις προμήθειες, την παρασκευή φαγητού και την οικονομική διαχείριση του σπιτιού.
Συνώνυμα
νοικοκυραίος νοικοκυρά σπιτονοικοκύρης σπιτονοικοκυρά οικοδεσπότης οικοδεσπότισσα οικονόμος αφέντης σπιτόγατος αφεντικό επικεφαλής ιδιοκτήτης κάτοχος
Αντώνυμα
ακατάστατος ακαταστασιάρης σπάταλος τεμπέλης αμελής ανεύθυνος χαραμοφάης διαρρήκτης επισκέπτης αλήτης ατακτικός γουρούνι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νοικοκύρης της οικογένειας επέστρεψε από το ταξίδι.
- Η θεία πάντα σχολίαζε ότι ο νοικοκύρης κρατάει το σπίτι πεντακάθαρο.
- Σε δύσκολους καιρούς, ο νοικοκύρης προσπαθεί να εξασφαλίσει το ψωμί για την οικογένεια.
- Ο νοικοκύρης του ξενώνα φροντίζει και τους επισκέπτες και τα δωμάτια.
- Μετά τον γάμο, έγινε νοικοκύρης και ασχολείται περισσότερο με το σπίτι.