απρόσεκτος
επίθετο1. Που δεν δίνει επαρκή προσοχή στα στοιχεία, στις ενέργειες ή στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα πιθανές παραλείψεις ή λάθη.
2. Που ενεργεί ή συμπεριφέρεται χωρίς επιμέλεια και προσοχή σε λεπτομέρειες, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την ακρίβεια.
Συνώνυμα
απρόσεχτος αμελής αφρόντιστος απερίσκεπτος αφηρημένος αμέριμνος ανεύθυνος αποσπασμένος πρόχειρος άστοχος αδιάκριτος παρορμητικός ξεχασιάρης βιαστικός αδέξιος μπλαζέ αδιάφορος βλάκας χαλαρός ανυποψίαστος ασυνεπής ελαφρόμυαλος επιπόλαιος χοντροκομμένος
Αντώνυμα
προσεκτικός παρατηρητικός φρόνιμος οξυδερκής συλλογισμένος επιμελής σχολαστικός προνοητικός ευσυνείδητος προσηλωμένος συνειδητός συγκεντρωμένος ξύπνιος διακριτικό διακριτικός επιφυλακτικός συγκροτημένος συνετός σώφρων ευλαβής μεθοδικός μυαλωμένος στοχαστικός ενδελεχής υπεύθυνος επιλεκτικός προσγειωμένος μαζεμένος οικονόμος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο απρόσεκτος οδηγός δεν τήρησε τα φανάρια και προκάλεσε τροχαίο.
- Η απρόσεκτη μαθήτρια ξέχασε να παραδώσει την εργασία της.
- Το απρόσεκτο σχόλιο πληγώνει τους φίλους.
- Ήμασταν απρόσεκτοι και αφήσαμε την πόρτα ανοιχτή.
- Μην είσαι απρόσεκτος με τα προσωπικά σου δεδομένα στο διαδίκτυο.
- Παρατηρούνται απρόσεκτα λάθη στη μετάφραση.