απρόθυμος

επίθετο

Που εμφανίζει δισταγμό ή έλλειψη θέλησης να κάνει κάτι, και αντιστέκεται στην ανάληψη δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν απρόθυμος να δεχτεί την προσφορά.
  • Η Μαρία έμεινε απρόθυμη να μιλήσει για το περιστατικό.
  • Τα παιδιά ήταν απρόθυμα να συμμετάσχουν στο παιχνίδι.
  • Οι εργαζόμενοι παρέμειναν απρόθυμοι να δεχτούν τις αλλαγές.
  • Το σκυλί ήταν απρόθυμο να μπει στο νερό.