απροσεξία
ουσιαστικόΈλλειψη προσοχής ή επιμέλειας στην εκτέλεση πράξεων ή στην παρακολούθηση λεπτομερειών, που προκαλεί παραλείψεις, λάθη ή ακούσιες συνέπειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απροσεξία του οδηγού προκάλεσε το ατύχημα.
- Από απροσεξία ξέχασε να κλείσει την πόρτα.
- Η απροσεξία στην κατασκευή επέτρεψε την εμφάνιση ρωγμών.
- Στο νοσοκομείο διαπίστωσαν ότι η μόλυνση οφειλόταν σε απροσεξία του προσωπικού.
- Λόγω απροσεξίας έστειλε λάθος αρχεία στον πελάτη.