ξεχασιά
ουσιαστικόΚατάσταση ή τάση του να ξεχνά κανείς εύκολα πράγματα, γεγονότα ή υποχρεώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ξεχασιά του τον έβαλε σε μπελάδες, γιατί άφησε ανοιχτή την πόρτα.
- Από ξεχασιά δεν πήρα μαζί μου τα κλειδιά.
- Η μητέρα του δεν του κρατά κακία για την ξεχασιά του.
- Μια μικρή ξεχασιά ήταν αρκετή για να χαθεί το ραντεβού.
- Με τόση κούραση, η ξεχασιά γίνεται πιο συχνή.