αποστασιοποιημένος
επίθετο1. Που τηρεί συναισθηματική απόσταση από άλλους, παρουσιάζοντας περιορισμένη συναισθηματική ανταπόκριση ή ελάχιστη προσωπική εμπλοκή.
Συνώνυμα
απόμακρος απομακρυσμένος απομονωμένος αποξενωμένος αμέτοχος ψυχρός αποσυρμένος αποκομμένος απαθής ουδέτερος αποτραβηγμένος ξεκομμένος αποκολλημένος απομονωτικός απρόσωπος αποσπασμένος παγερός αδιάφορος αμερόληπτος κρύος ανέκφραστος απουσιαστικός επιφύλακτος επιφυλακτικός αποσυνδεδεμένος
Αντώνυμα
εμπλεκόμενος συμμετέχων ενδιαφερόμενος αφοσιωμένος προσιτός ζεστός θερμός κοινωνικός ανοιχτός προσηνής ενεργός συμμετοχικός ενθουσιασμένος εκστατικός ενθουσιώδης φλογερός μαγεμένος μαχητικός συγκλονισμένος φανατικός επικοινωνιακός διαχυτικός συναισθηματικός ευαίσθητος παθιασμένος εκδηλωτικός προσηλωμένος ετοιμοπόλεμος συμμέτοχος
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον χωρισμό, ο Νίκος έμεινε αποστασιοποιημένος από τους φίλους και την οικογένεια.
- Ο δικαστής παρέμεινε αποστασιοποιημένος, αποφεύγοντας να δείξει προκατάληψη κατά τη διάρκεια της δίκης.
- Ως ερευνητής, ο Δημήτρης προσπάθησε να παραμείνει αποστασιοποιημένος από τα αποτελέσματα για να διασφαλίσει την αντικειμενικότητα.
- Κατά τη διαδήλωση, ο πολίτης στάθηκε αποστασιοποιημένος, παρακολουθώντας από απόσταση χωρίς να εμπλακεί.
- Στη σύσκεψη, ο συνάδελφος φάνηκε αποστασιοποιημένος, χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση.