αποσπώ

ρήμα

1. Διαχωρίζω ή αποσυνδέω τμήμα, αντικείμενο ή στοιχείο από κάτι μεγαλύτερο ή συνδεδεμένο, με αποκόλληση, ξήλωμα ή άλλη φυσική ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αποσπώ το καπάκι από το βάζο με προσοχή.
  • Με τις ιστορίες του αποσπώ την προσοχή των παρευρισκομένων.
  • Κατά τη συνέντευξη αποσπώ πληροφορίες που δεν λέγονται εύκολα.
  • Από την παρουσίασή μου αποσπώ θετικά σχόλια και χειροκροτήματα.
  • Από τους περαστικούς αποσπώ υπογραφές για το ψήφισμα.