απορρύθμιση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή αποτέλεσμα όπου η φυσιολογική ή τεχνητή ρύθμιση ενός συστήματος χάνεται ή διαταράσσεται, με συνέπεια την ελάττωση της λειτουργικής σταθερότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απορρύθμιση της αγοράς ενέργειας προκάλεσε αύξηση στις τιμές και αβεβαιότητα στους καταναλωτές.
  • Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η απορρύθμιση του κλίματος θα επιφέρει συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα.
  • Η χρόνια απορρύθμιση του ύπνου επιβαρύνει την υγεία και τις γνωστικές λειτουργίες.
  • Μια λανθασμένη ρύθμιση στον διακομιστή προκάλεσε απορρύθμιση των υπηρεσιών του δικτύου.
  • Οι διαρκείς συγκρούσεις οδήγησαν σε απορρύθμιση της τοπικής διοίκησης και των κοινωνικών δομών.