απομείωση
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή το αποτέλεσμα κατά το οποίο μέρος της αρχικής ποσότητας, αξίας ή έντασης παύει να υφίσταται σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
Συνώνυμα
μείωση ελάττωση απόσβεση υποτίμηση φθορά απώλεια πτώση περικοπή συρρίκνωση σμίκρυνση αποκλιμάκωση απαξίωση ψαλίδισμα αποδυνάμωση υποχώρηση κάμψη εξασθένηση κούρεμα υποβάθμιση βύθιση αποεπένδυση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απομείωση των πωλήσεων ανησυχεί τη διοίκηση.
- Στον ισολογισμό καταχωρίστηκε απομείωση της αξίας των παγίων.
- Η απομείωση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές είναι εμφανής.
- Οι πρόσφατες οικονομικές πολιτικές προκάλεσαν απομείωση του εισοδήματος πολλών νοικοκυριών.
- Παρατήρησα μια απομείωση του ενθουσιασμού της ομάδας μετά τις συνεχείς ήττες.