αντιλαμβάνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ενήμερος για κάτι μέσω των αισθήσεων ή εξωτερικών ερεθισμάτων, αναγνωρίζοντας την παρουσία, την ιδιότητα ή τη μεταβολή ενός αντικειμένου ή φαινομένου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθώς περπατώ, αντιλαμβάνομαι το άρωμα του φρέσκου ψωμιού από τον φούρνο.
- Στη συζήτηση, αντιλαμβάνομαι πως υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το θέμα.
- Όταν τον κοιτάω, αντιλαμβάνομαι την ανησυχία στο βλέμμα του.
- Αργά το βράδυ, αντιλαμβάνομαι ότι έκανα λάθος στην εκτίμησή μου.
- Μερικές φορές δεν αντιλαμβάνομαι αμέσως τις συνέπειες των αποφάσεών μου.