ανταγωνισμός

ουσιαστικό

1. Διεργασία ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα άτομα, ομάδες ή οντότητες επιδιώκουν να υπερέχουν ή να αποκτήσουν περιορισμένους πόρους, θέση ή προνόμια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις εταιρείες οδήγησε σε μείωση των τιμών.
  • Ένας υγιής ανταγωνισμός ωφελεί τους καταναλωτές.
  • Στον αγώνα φάνηκε ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων.
  • Ο ανταγωνισμός με τους συναδέλφους του τον πίεζε να δουλεύει πιο σκληρά.
  • Στη φύση, ο ανταγωνισμός για τους πόρους καθορίζει την επιβίωση πολλών ειδών.