αντίληψη

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή ικανότητα κατά την οποία ένα άτομο λαμβάνει, οργανώνει και ερμηνεύει ερεθίσματα από το περιβάλλον για να σχηματίσει νοητικές εικόνες και έννοιες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αντίληψη του φωτός από τα μάτια είναι γρήγορη.
  • Η αντίληψη του προβλήματος από την ομάδα ήταν διαφορετική.
  • Η αντίληψη του κοινού για την εταιρεία επηρέασε τις πωλήσεις.
  • Η αντίληψη του κινδύνου σε μεγάλο ύψος είναι απαραίτητη για τους ορειβάτες.
  • Η αντίληψη της τέχνης αλλάζει ανάλογα με την εμπειρία του θεατή.