τυφλότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο δεν έχει όραση ή έχει πολύ σοβαρή απώλεια της όρασης.

Συνώνυμα

τύφλωση αορασία ακρισία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τυφλότητα επηρεάζει σοβαρά την καθημερινή ζωή του ανθρώπου.
  • Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να προλάβει την τυφλότητα σε ορισμένες περιπτώσεις.
  • Δεν μιλούσε μόνο για την οπτική του τυφλότητα, αλλά και για την αδυναμία του να δει την αλήθεια.
  • Η τυφλότητα της κοινωνίας απέναντι στο πρόβλημα έκανε την κατάσταση χειρότερη.
  • Με τη σωστή θεραπεία, η τυφλότητα μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να αντιμετωπιστεί.