αντίδραση
ουσιαστικό1. Φαινόμενο ή διαδικασία κατά την οποία ένα σύστημα, οργανισμός ή άτομο εμφανίζει αλλαγή εξαιτίας εξωτερικής επίδρασης ή ερεθίσματος.
Συνώνυμα
αποκριση ανταποκριση αντικρουση αναδραση ρεφλεξ αντίσταση απάντηση ανταπόκριση απόκριση αντιποινα αντιχτυπος αντανάκλαση εκδίκηση επίδραση άρνηση αντίρρηση έκφραση αλληλεπίδραση ανταπόδοση αντιπολίτευση διαμαρτυρία δυσαρέσκεια στάση ένσταση αντίποινα αντεπίθεση αντιμετώπιση απόκρουση εναντίωση επίπτωση κατακραυγή
Αντώνυμα
αδιαφορια παθητικοτητα αδρανεια απραξια σιωπη υποστήριξη απάθεια νάρκη συναίνεση συνδιαλλαγή παθητικότητα ηρεμια βοήθεια συμφωνία αναισθησία επιρροή ομοφωνία συμπαράσταση συνδρομή υποταγή αδράνεια παράγοντας απορρόφηση υπακοή
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντίδραση μεταξύ του οξέος και της βάσης παρήγαγε θερμότητα.
- Εμφάνισε σοβαρή αντίδραση μετά τη λήψη του φαρμάκου.
- Η ανακοίνωση προκάλεσε έντονη αντίδραση από το κοινό.
- Η αντίδραση του γόνατος στο χτύπημα ήταν άμεση.
- Οι ερευνητές μέτρησαν την αντίδραση του δείγματος σε υψηλή θερμοκρασία.