αναστατώνομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε έντονη συναισθηματική αναταραχή που εκδηλώνεται με αύξηση της νευρικότητας, ανησυχία ή συγκινησιακή διέγερση, συνήθως ως άμεση αντίδραση σε γεγονότα, σκέψεις ή εξωτερικά ερεθίσματα.
Συνώνυμα
ταράζομαι ανασταίνομαι ανησυχώ αγχώνομαι εκνευρίζομαι σαστίζομαι συνταράσσομαι θορυβούμαι βασανίζομαι ταρακουνιέμαι ταρακούζομαι τρομάζομαι συγκλονίζομαι παραξενεύομαι χάνομαι φουντώνω ξεσηκώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω κακά νέα, αναστατώνομαι πολύ.
- Η μητέρα μου αναστατώνεται εύκολα με τις καθυστερήσεις.
- Μην αναστατώνεσαι για κάτι τόσο μικρό.
- Το σπίτι αναστατώθηκε από την ξαφνική επίσκεψη των φίλων.
- Εκείνος αναστατώνεται κάθε φορά που μιλά δημόσια.
- Δεν θέλω να αναστατωθώ πριν από τις εξετάσεις.