αναμέτρηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότεροι συμμετέχοντες τίθενται αντιμέτωποι με σκοπό να καθοριστεί ποιος υπερέχει ή ποιο αποτέλεσμα θα επικρατήσει, συνήθως υπό συγκεκριμένους κανόνες και χρονικά όρια (π.χ. σε αθλητικές, πολιτικές ή επαγγελματικές περιστάσεις).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναμέτρηση μεταξύ των δύο ομάδων κρίθηκε στα πέναλτι.
  • Η αναμέτρηση των υποψηφίων για την ηγεσία θα κριθεί στις κάλπες.
  • Η αναμέτρηση με το παρελθόν της ήταν απαραίτητη για να προχωρήσει.
  • Η αναμέτρηση στην αγορά αποδείχτηκε σκληρή για τη νεοσύστατη εταιρεία.
  • Η αναμέτρηση των ιδεών στο δημόσιο διάλογο ήταν έντονη.