έλξη

ουσιαστικό

1. Δύναμη ή φυσικό φαινόμενο που τείνει να φέρει δύο σώματα, σωματίδια ή μάζες πιο κοντά μεταξύ τους, όπως στην περίπτωση βαρυτικής ή μαγνητικής έλξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η έλξη μεταξύ δύο σωμάτων εξαρτάται από τις μάζες τους.
  • Η έλξη του μαγνήτη προς το μεταλλικό αντικείμενο ήταν έντονη.
  • Ένιωθε έντονη έλξη γι' αυτήν, παρόλο που δεν μπορούσαν να είναι μαζί.
  • Η παλιά πόλη αποτελεί μεγάλη έλξη για τους τουρίστες.
  • Η έλξη της γνώσης ώθησε τους μαθητές να ασχοληθούν με την έρευνα.