άοπλος
επίθετο1. Που δεν φέρει ή δεν διαθέτει όπλα.
2. Που στερείται μέσων ή ικανοτήτων για να αμυνθεί ή να προστατευτεί, και ως εκ τούτου είναι ευάλωτος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άοπλος πεζός δεν είχε όπλα όταν τον σταμάτησε η αστυνομία.
- Η άοπλη διαδηλώτρια κρατούσε πλακάτ κι όχι όπλα.
- Το κόμμα εμφανίστηκε άοπλο στις διαπραγματεύσεις.
- Οι άοπλοι κάτοικοι σχημάτισαν ανθρώπινη αλυσίδα για να προστατευτούν.
- Παρουσίασε ένα άοπλο επιχείρημα και δεν κατάφερε να πείσει.