οπλισμένος
επίθετο1. Που φέρει όπλα ή εξαρτήματα που προορίζονται για μάχη ή αυτοάμυνα.
2. Που έχει γεμίσει με πυρομαχικά ή άλλο λειτουργικό φορτίο (για όπλα ή μηχανές).
3. Που διαθέτει τα αναγκαία εργαλεία, εξοπλισμό ή μέσα για συγκεκριμένη χρήση ή λειτουργία.
Συνώνυμα
ένοπλος οπλοφόρος εξοπλισμένος φορτωμένος πανοπλισμένος οπλισθείς εξοπλισθείς θωρακισμένος εφοδιασμένος οχυρωμένος έτοιμος προετοιμασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αστυνομικός ήταν οπλισμένος κατά την περιπολία.
- Οι στρατιώτες μπήκαν στην πόλη οπλισμένοι.
- Το παλιό πιστόλι ήταν οπλισμένο και επικίνδυνο.
- Η πρωταγωνίστρια πήγε στη μάχη οπλισμένη με αποφασιστικότητα.
- Ο καθηγητής παρουσίασε το μάθημα οπλισμένος με νέα παραδείγματα.
- Οι διαπραγματευτές κάθισαν στο τραπέζι οπλισμένοι με υπομονή.