χρονικός
επίθετο1. Που αφορά ή σχετίζεται με το χρόνο ως διάσταση ή έννοια.
2. Που δηλώνει ή περιγράφει τη χρονική σειρά ή τη διαδοχή γεγονότων.
3. Που δηλώνει διάρκεια ή χρονική έκταση, καθώς και σχέση με μέτρηση ή καταγραφή του χρόνου.
Συνώνυμα
χρονολογικός συγχρονικός χρονομετρικός καιρικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χρονικός προγραμματισμός των εργασιών είναι κρίσιμος για την επιτυχία του έργου.
- Η χρονική διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από τον γιατρό.
- Υπήρξε χρονική καθυστέρηση στην αποστολή των αποτελεσμάτων.
- Τα γεγονότα παρουσιάζονται σε χρονική σειρά για να γίνεται κατανοητή η εξέλιξη.
- Το πείραμα απαιτεί υψηλή χρονική ανάλυση των δεδομένων.