σκοτεινότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα χώρου ή αντικειμένου με μικρή ή ανύπαρκτη φωτεινότητα, όταν το φως είναι ελάχιστο ή απουσιάζει.
2. Βαθμός μειωμένης ορατότητας λόγω έλλειψης φωτός ή παρουσίας σκιών, που δυσκολεύει την αντίληψη μορφών και λεπτομερειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκοτεινότητα σκέπαζε το δωμάτιο, και μόνο ένα κερί φώτιζε τη γωνία.
- Η σκοτεινότητα της νύχτας εμπόδιζε τους πεζούς να διακρίνουν τον δρόμο.
- Η σκοτεινότητα στις σκέψεις του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
- Η σκοτεινότητα των προθέσεών του αποκαλύφθηκε κατά την έρευνα.
- Οι φωτογράφοι μετρούν τη σκοτεινότητα ενός κάδρου για να ρυθμίσουν την έκθεση.