λάμψη
ουσιαστικό1. Εκπομπή ή αντανάκλαση φωτός που προκαλεί αισθητό φωτεινό αποτέλεσμα σε αντικείμενο ή χώρο.
2. Φωτεινή εμφάνιση που χαρακτηρίζει επιφάνειες, πηγές φωτός ή γενικά την ορατότητα και διαμορφώνει την αισθητική εντύπωση.
Συνώνυμα
λαμπρότητα λαμπερότητα φαεινότητα έλαμψη φάος αίγλη φως φωτεινότητα φώτιση έκλαμψη αστραφτερότητα φλας αστραπή σπινθήρισμα σπινθήρας σπίθα ιριδισμός ακτινοβολία αντανάκλαση γυαλάδα γυάλισμα φωσφορισμός γκλίτερ φαντασμαγορία ακτίνα πυροτέχνημα δόξα ηλιοφάνεια ελκυστικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λάμψη του ήλιου στα κύματα με τύφλωνε.
- Μια ξαφνική λάμψη φωτός γέμισε τον ουρανό.
- Η λάμψη των κοσμημάτων τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Μια λάμψη ελπίδας φάνηκε στο πρόσωπό του.
- Η λάμψη της επιτυχίας ήταν σύντομη αλλά έντονη.