μισθός
ουσιαστικό1. Τακτική χρηματική αμοιβή που καταβάλλεται σε εργαζόμενο ή υπάλληλο για την εργασία ή τις υπηρεσίες που παρέχει, συνήθως σε τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. ημερησίως, εβδομαδιαία, μηνιαία).
Συνώνυμα
αμοιβή αποδοχές απολαβές απολαβή εισόδημα ωρομίσθιο ημερομίσθιο μεροκάματο μισθοδοσία δεδουλευμένα ανταμοιβή βιοπορισμός πληρωμή αποζημίωση μπόνους λεφτά φράγκα ψίχουλα χαρτζιλίκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μισθός καταβάλλεται στο τέλος κάθε μήνα.
- Ζήτησε αύξηση του μισθού μετά από δύο χρόνια στην ίδια θέση.
- Ο μισθός προ φόρων φαίνεται μεγαλύτερος από τον καθαρό.
- Οι μισθοί καθυστέρησαν φέτος λόγω προβλημάτων στην εταιρεία.
- Δεν νομίζω ότι ο μισθός του αντιστοιχεί στην προσπάθεια που καταβάλλει.