κουκλάκι
ουσιαστικό1. Μικρό αντικείμενο ή φιγούρα που μοιάζει με άνθρωπο ή παιδί και χρησιμοποιείται κυρίως για παιχνίδι ή διακόσμηση.
2. Πρόσωπο, κυρίως μικρού μεγέθους ή με όμορφη και προσεγμένη εμφάνιση, που θυμίζει κούκλα.
Συνώνυμα
κούκλα πανέμορφη όμορφη παιχνιδάκι κοριτσάκι μπέμπης μπεμπάκι ωραία γλυκούλα χαριτωμένη μικρή λιανά μαριονέτα μινιατούρα μωράκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μικρή πήρε ένα κουκλάκι για τα γενέθλιά της.
- Το κουκλάκι αυτό μιλάει και τραγουδάει.
- Έχεις ένα κουκλάκι στο ράφι του δωματίου σου.
- Η γιαγιά έραψε ένα μπλε κουκλάκι για την εγγονή της.
- Είναι σαν κουκλάκι με τόσο τακτοποιημένα μαλλιά.
- Το παιδί κρατούσε σφιχτά το αγαπημένο του κουκλάκι.