παρθένα
άλλο1. Που δεν έχει υποστεί σεξουαλική επαφή.
2. Που παραμένει ανέπαφο ή αμόλυντο, που δεν έχει υποστεί ανθρώπινη επέμβαση, εκμετάλλευση ή αλλοίωση (για τοπίο, δάσος, περιοχή κ.ά.).
3. Γυναίκα που δεν έχει υποστεί σεξουαλική επαφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έμπειρη μολυσμένη κατεστραμμένη καλλιεργημένη λερωμένη εταίρα χρησιμοποιημένη εκχερσωμένη αλλοιωμένη φθαρμένη χαλαρή παντρεμένη
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρθένα κοπέλα φορούσε απλό φόρεμα.
- Η παρθένα φύση του νησιού έκανε τους ταξιδιώτες να σιωπήσουν.
- Μια παρθένα έκταση δάσους προστατεύεται από τις τοπικές αρχές.
- Η παρθένα αγορά προσέλκυσε το ενδιαφέρον των επιχειρηματιών.
- Η παρθένα λευκότητα του χαρτιού ενθουσίασε τον ζωγράφο.