επωφελής
επίθετο1. Που προσφέρει όφελος ή ωφέλεια σε άτομο, ομάδα, κατάσταση ή σκοπό, βελτιώνοντας τη θέση, τα αποτελέσματα ή την ευημερία.
2. Που συμβάλλει στην επίτευξη συμφέρουσας κατάστασης ή στην αύξηση της απόδοσης ή του κέρδους σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Συνώνυμα
ωφέλιμος επικερδής συμφέρων χρήσιμος βοηθητικός ευεργετικός ευνοϊκός πλεονεκτικός χρηστικός εποικοδομητικός κερδοφόρος προσοδοφόρος αποδοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επωφελής συμφωνία ενίσχυσε τη συνεργασία μεταξύ των εταιρειών.
- Είναι επωφελές για την υγεία να ασκεί κανείς τακτικά.
- Η επένδυση αποδείχθηκε επωφελής για τους μικρούς μετόχους.
- Το νέο μέτρο ήταν επωφελές για την οικονομία της περιοχής.
- Οι αλλαγές στο πρόγραμμα ήταν επωφελείς μακροπρόθεσμα.