θαύμα

ουσιαστικό

1. Γεγονός που φαίνεται να υπερβαίνει τους γνωστούς φυσικούς νόμους ή την ανθρώπινη κατανόηση και αποδίδεται σε θεία ή υπερφυσική παρέμβαση, προκαλώντας δέος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

κανονικότητα καθημερινότητα ρουτίνα συνήθεια τετριμμένο φυσικότητα αυτονόητο συνηθισμένο κοινότοπο

Παραδείγματα χρήσης

  • Πολλοί θεώρησαν την ξαφνική ίαση ως ένα θαύμα.
  • Η ανακαίνιση της πλατείας ήταν ένα θαύμα για τη γειτονιά.
  • Η Μαρία στην κουζίνα είναι ένα θαύμα — όλοι ζητούν τη συνταγή της.
  • Είναι θαύμα που κανείς δεν τραυματίστηκε σοβαρά.
  • Ο πιστός ισχυρίστηκε πως μπροστά του έγινε ένα θαύμα.
  • Τα θαύματα στην τέχνη συχνά προκύπτουν από έμπνευση και επιμέλεια.