όμοιος
επίθετο1. Που έχει ομοιότητα σε εμφάνιση, χαρακτηριστικά, φύση ή βαθμό σε σχέση με κάτι άλλο.
2. Που ανήκει στον ίδιο τύπο, κατηγορία ή επίπεδο και παρουσιάζει αντίστοιχα γνωρίσματα.
Συνώνυμα
παρόμοιος ίδιος πανομοιότυπος απαράλλαχτος ταυτόσημος ομοειδής αντίστοιχος ανάλογος ισοδύναμος ομοιόμορφος ομοιογενής συγγενής κλωνοειδής συναφής
Αντώνυμα
διαφορετικός ανόμοιος άλλος διάφορος αντίθετος ξεχωριστός έτερος ασύμβατος ανομοιόμορφος ετερόμορφος ετερογενής αποκλίνων αταίριαστος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι όμοιος με τον πατέρα του.
- Η γεύση της σάλτσας είναι όμοια με αυτή της μητέρας μου.
- Τα δύο σπίτια στον δρόμο είναι όμοια.
- Το καινούριο του αυτοκίνητο δεν είναι όμοιο με το παλιό.
- Οι δίδυμοι αδερφοί είναι πολύ όμοιοι μεταξύ τους.