ευθύνομαι
ρήμα1. Φέρω την ευθύνη για κάποια πράξη, απόφαση ή αποτέλεσμα και υπόκειμαι σε κρίση ή σε συνέπειες από άλλους.
2. Αναλαμβάνω να εξηγήσω ή να λογοδοτήσω για ενέργειες, επιλογές ή γεγονότα.
Συνώνυμα
φταίω λογοδοτώ απολογούμαι καταλογίζομαι ενοχοποιούμαι επιρρίπτομαι κατηγορούμαι αναλαμβάνω παραδέχομαι ευθύνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν ευθύνομαι για το σπασμένο βάζο.
- Ως διευθυντής, ευθύνομαι για την ομαλή λειτουργία του τμήματος.
- Αισθάνομαι ότι ευθύνομαι απέναντι στους συνεργάτες μου.
- Σε αυτή την υπόθεση ευθύνομαι εγώ και όχι ο αδελφός μου.
- Δεν ευθύνομαι για αποφάσεις που δεν πήρα.