σφοδρά
επίρρημαΜε έντονο και βίαιο τρόπο, που δηλώνει μεγάλο βαθμό έντασης ή ισχύος σε ενέργεια, συμπεριφορά, συναίσθημα ή φυσικό φαινόμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θύελλα χτύπησε σφοδρά τα παράκτια χωριά.
- Ο οδηγός τραυματίστηκε σφοδρά στο ατύχημα.
- Η κοινή γνώμη αντέδρασε σφοδρά στην ανακοίνωση.
- Η κυβέρνηση δέχθηκε κριτική σφοδρά από την αντιπολίτευση.
- Η ζήτηση για το προϊόν αυξήθηκε σφοδρά μέσα σε λίγες εβδομάδες.