κοπιαστικά
επίρρημα1. Με τρόπο που απαιτεί έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια και προκαλεί κόπωση.
2. Με τρόπο επίμονο και κουραστικό κατά την εκτέλεση μιας εργασίας ή δραστηριότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δούλεψε κοπιαστικά για να τελειώσει το έργο.
- Ανεβήκαμε κοπιαστικά την απότομη πλαγιά μέχρι το καταφύγιο.
- Εξήγησε κοπιαστικά όλα τα βήματα της διαδικασίας.
- Η συγγραφή της διατριβής προχωρούσε κοπιαστικά, αλλά σταθερά.
- Το καθάρισμα του σπιτιού γινόταν κοπιαστικά αφού δεν υπήρχε βοήθεια.