σιγανά
επίρρημαΜε χαμηλή ένταση ή χωρίς θόρυβο, έτσι ώστε να μη γίνεται αισθητό εύκολα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε σιγανά για να μη ξυπνήσει το μωρό.
- Η μουσική έπαιζε σιγανά στο βάθος του δωματίου.
- Περπατήσαμε σιγανά στο σκοτεινό διάδρομο.
- Το ρολόι χτυπούσε σιγανά μέσα στη νύχτα.
- Χρειάζεται να δουλεύουμε σιγανά όταν κάποιος διαβάζει.
- Η βροχή έπεφτε σιγανά πάνω στα παράθυρα.