διακριτικά

ουσιαστικό

1. Σήματα, σύμβολα ή αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν, να προσδιορίσουν ή να ξεχωρίσουν θέση, ιδιότητα ή ομάδα (π.χ. εμβλήματα, κονκάρδες, ειδικά σήματα ενδυμασίας).

Συνώνυμα

διακριτικώς συγκρατημένα μετρημένα σεμνά μουλωχτά κρυφά μυστικά έμμεσα ανεπαίσθητα απαρατήρητα σιωπηλά αθόρυβα κομψά απαλά λεπτά μειλίχια συνετά σιγανά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μίλησε διακριτικά για το πρόβλημα, χωρίς να θίξει κανέναν.
  • Το προσωπικό φορούσε διακριτικά στην στολή για να αναγνωρίζεται.
  • Έβαλε διακριτικά στο πέτο του κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.
  • Τα διακριτικά της εταιρικής ταυτότητας περιλαμβάνουν λογότυπο και χρώματα.
  • Προτίμησε να ενεργήσει διακριτικά, αποφεύγοντας την έκθεση στα μέσα.