ουδέτερα
επίθετο1. Που δεν παίρνει θέση ή δεν εκδηλώνει προτίμηση απέναντι σε αντίθετες πλευρές ή απόψεις.
2. Που ανήκει στο ουδέτερο γένος στη γραμματική.
3. Που δεν έχει ηλεκτρικό φορτίο ή δεν παρουσιάζει οξύτητα ή βασικότητα σε χημικά πλαίσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μεροληπτικά προκατειλημμένα μονόπλευρα συγκλονιστικά υποκειμενικά φανατικά έντονα προκλητικά αιχμηρά προσωπικά παρεμβατικά ιδιαίτερα μαγικά εντυπωσιακά
Παραδείγματα χρήσης
- Τα ουδέτερα κράτη απέφυγαν να εμπλακούν στη σύγκρουση.
- Το εργαστήριο έλεγξε αν τα ουδέτερα διαλύματα είχαν pH 7.
- Ο παρουσιαστής έκανε ουδέτερα σχόλια για να μην επηρεάσει το κοινό.
- Στο διαμέρισμα επέλεξαν ουδέτερα χρώματα για τους τοίχους και τα έπιπλα.
- Τα ουδέτερα άτομα δεν έχουν συνολικό ηλεκτρικό φορτίο.