απαλά
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη τραχύτητας ή απότομων κινήσεων, με ήπια πίεση και απαλή επαφή.
2. Με μικρή ένταση ήχου ή φωτός, διακριτικά και χωρίς απότομες μεταβολές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την άγγιξε απαλά στο χέρι.
- Μίλησε απαλά για να μην ξυπνήσει το μωρό.
- Το φως έπεφτε απαλά στο πρόσωπό της.
- Η μελωδία παιζόταν απαλά, χαλαρώνοντας τους ακροατές.
- Το αεράκι φυσούσε απαλά μέσα από τα παράθυρα.