ελαφρά
επίρρημα1. Σε μικρό βαθμό ή έκταση, χωρίς έντονη ένταση ή σημαντική επίπτωση.
2. Με μικρή ποσότητα βάρους ή ασθενή δύναμη, κατά τρόπο που δεν επιβαρύνει ή δεν καταπονεί.
3. Με πρόχειρο ή επιπόλαιο τρόπο, χωρίς σοβαρή δέσμευση ή βαθιά διερεύνηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχει ελαφρά πυρετό αλλά δεν χρειάζεται νοσηλεία.
- Χτύπησε ελαφρά την πόρτα πριν μπει.
- Τα ελαφρά ρούχα του καλοκαιριού είναι στην ντουλάπα.
- Η σαλάτα ήταν ελαφρά ντυμένη με λαδολέμονο.
- Μετά το ατύχημα υπέστη μόνο ελαφρά τραύματα.