ήσυχα
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντονου θορύβου ή φασαρίας.
2. Με τρόπο που εκφράζει ηρεμία και απουσία βιασύνης ή ανησυχίας.
3. Με τρόπο που δεν προκαλεί αναστάτωση ή διατάραξη σε άλλους ή στο περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυνατά θορυβωδώς φασαριόζικα ηχηρά εκκωφαντικά θορυβωδέστατα έντονα θορυβικά βροντερά βίαια τρελά απεγνωσμένα θεαματικά συγκλονιστικά τραχιά ωμά παρορμητικά ανησυχητικά επειγόντως
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλα ήσυχα, το μωρό κοιμάται.
- Κλείσε την πόρτα ήσυχα, σε παρακαλώ.
- Το πλήθος διαλύθηκε ήσυχα μετά την ανακοίνωση.
- Κάθεται ήσυχα στο δωμάτιο και διαβάζει.
- Η νύχτα πέρασε ήσυχα στην πόλη.