όφελος
ουσιαστικό1. Θετικό αποτέλεσμα ή ωφέλεια που αποκομίζει ένα άτομο, μία ομάδα ή ένα σύστημα από μια ενέργεια, κατάσταση ή απόφαση, το οποίο βελτιώνει την ευημερία, τη χρησιμότητα ή την αποτελεσματικότητα.
Συνώνυμα
κέρδος πλεονέκτημα συμφέρον ωφέλεια ωφέλημα ωφελιμότητα χρησιμότητα απόδοση έσοδο προνόμιο ανταπόδομα αντάλλαγμα κέρδη προτέρημα ευεργέτημα ευεργεσία προκοπή καρπός απολαβή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία ανακοίνωσε σημαντικό όφελος για το τρίτο τρίμηνο.
- Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε προς όφελος των φτωχών οικογενειών.
- Τα οφέλη της τακτικής άσκησης στην υγεία είναι πολλά.
- Το συνολικό όφελος από το έργο υπερβαίνει το κόστος κατασκευής.
- Οι φοροαπαλλαγές προσφέρουν σημαντικό όφελος στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.