χάσιμο

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή η πράξη κατά την οποία κάτι ή κάποιος παύει να βρίσκεται υπό τον έλεγχο, την κατοχή ή την παρουσία ενός ατόμου ή συστήματος.

2. Η άσκοπη ή μη αναγκαία απώλεια χρόνου, πόρων ή ευκαιριών που μειώνει την αποδοτικότητα ή την αξιοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χάσιμο των κλειδιών με ανησύχησε όλο το βράδυ.
  • Η συνάντηση αποδείχτηκε χάσιμο χρόνου.
  • Το χάσιμο στον δρόμο μας έκανε να αργήσουμε στο ραντεβού.
  • Το χάσιμο της ευκαιρίας με απογοήτευσε πολύ.
  • Το χάσιμο βάρους του έγινε σταδιακά και με πρόγραμμα.