φτώχεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία άτομα ή ομάδες στερούνται επαρκών οικονομικών και υλικών πόρων για την κάλυψη των βασικών αναγκών (τροφής, στέγης, υγείας, ένδυσης) και την αξιοπρεπή διαβίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φτώχεια πλήττει πολλά αγροτικά χωριά.
- Πολλές οικογένειες ζουν στη φτώχεια.
- Η φτώχεια ιδεών έκανε το άρθρο μονότονο.
- Μετά την κρίση, η φτώχεια και η ανεργία αυξήθηκαν.
- Η φτώχεια της γης δεν επέτρεπε καλές σοδειές.
- Η φτώχεια ψυχής του χαρακτήρα έγινε εμφανής στην ταινία.