φρουρά

ουσιαστικό

1. Ομάδα προσώπων, συνήθως οπλιτών ή φρουρών, που αναλαμβάνει τη φύλαξη ή προστασία τόπου, προσώπου ή αντικειμένου.

2. Καθήκον ή υπηρεσία φύλαξης που εκτελείται από τέτοια ομάδα, είτε προσωρινά είτε μόνιμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εχθροί εχθρός εισβολείς εισβολέας επιτιθέμενοι επιδρομείς αντίπαλοι επιτιθέμενος ληστές κακοποιοί διαρρήκτες εγκληματίες ταραξίες

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φρουρά του προέδρου ήταν σε επιφυλακή καθ' όλη τη διάρκεια της επίσκεψης.
  • Στο μουσείο υπάρχει πάντα μια ένοπλη φρουρά που φυλάει τα ανεκτίμητα έργα.
  • Ο στρατιώτης έκανε τρεις ώρες φρουρά στην πύλη πριν αντικατασταθεί.
  • Η φρουρά του φρουρίου παρέμεινε πιστή παρόλες τις ελλείψεις σε τρόφιμα.
  • Κατά την αλλαγή της φρουράς, πλήθος τουριστών συγκεντρώθηκε στην πλατεία.