υπεροχή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδέα παρουσιάζει μεγαλύτερη ποιότητα, ικανότητα ή αξία σε σχέση με άλλα.
Συνώνυμα
ανωτερότητα πλεονέκτημα κυριαρχία επικράτηση πρωτοκαθεδρία αριστεία προβάδισμα προεξοχή πλεονεκτικότητα πρωτιά ισχύς ηγεμονία κλάση προτέρημα προτεραιότητα παντοδυναμία
Αντώνυμα
κατωτερότητα ισότητα υποταγή αδυναμία ανεπάρκεια ήττα υποχώρηση υποτέλεια αποτυχία έλλειψη έλλειμμα ισοπαλία μειονέκτημα πανωλεθρία μετριότητα υστέρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα είχε σαφή υπεροχή στο δεύτερο ημίχρονο και κέρδισε εύκολα.
- Η νέα συσκευή προσφέρει υπεροχή στην ταχύτητα και στην αυτονομία.
- Οι συμμαχικές δυνάμεις πέτυχαν αεροπορική υπεροχή πριν την επίθεση.
- Στις εκλογές, η υπεροχή του κόμματος ήταν μόλις 2%.
- Οι υπεροχές του προϊόντος φαίνονται σε κάθε λεπτομέρεια.