υπεροχή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδέα παρουσιάζει μεγαλύτερη ποιότητα, ικανότητα ή αξία σε σχέση με άλλα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ομάδα είχε σαφή υπεροχή στο δεύτερο ημίχρονο και κέρδισε εύκολα.
  • Η νέα συσκευή προσφέρει υπεροχή στην ταχύτητα και στην αυτονομία.
  • Οι συμμαχικές δυνάμεις πέτυχαν αεροπορική υπεροχή πριν την επίθεση.
  • Στις εκλογές, η υπεροχή του κόμματος ήταν μόλις 2%.
  • Οι υπεροχές του προϊόντος φαίνονται σε κάθε λεπτομέρεια.