μετριότητα

ουσιαστικό

Κατάσταση, ιδιότητα ή αποτέλεσμα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ιδιαίτερης ποιότητας, αξίας ή ικανότητας· επίπεδο ή απόδοση μέτρια και χωρίς αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά ή επιτεύγματα.

Συνώνυμα

μέτριο συνηθισμένο κοινοτοπία ασημαντότητα φτωχότητα δευτερότητα παρακατιανότητα σαβούρα

Αντώνυμα

αριστεία εξαιρετικότητα άριστο ταλέντο κλάση υπεροχή ποιότητα αριστουργία πυροτέχνημα λαμπρότητα αίγλη πρωτοτυπία ιδιοφυΐα μεγαλοφυΐα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μετριότητα συχνά αναγνωρίζεται από την έλλειψη πρωτοτυπίας και προσπάθειας.
  • Τον ενοχλεί η μετριότητα των συναδέλφων του στη δουλειά.
  • Ο φόβος της μετριότητας τον ώθησε να προσπαθήσει περισσότερο.
  • Η μετριότητα στην κατανάλωση αλκοόλ είναι σημαντική για την υγεία.
  • Το σχολείο πρέπει να καταπολεμήσει τη μετριότητα και να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα.