τακτικός
επίθετο1. Που ακολουθεί ή εκτελείται σύμφωνα με συγκεκριμένη τάξη, σειρά ή πρότυπο οργάνωσης.
2. Που συμβαίνει ή επαναλαμβάνεται σε κανονικά χρονικά διαστήματα.
3. Που χαρακτηρίζεται από συνέπεια, πειθαρχία ή σταθερότητα στη συμπεριφορά ή στην εμφάνιση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ακανόνιστος σποραδικός ασυνεπής παροδικός προσωρινός ατάκτος ανοργάνωτος έκτακτος αναπληρωτής περιστασιακός χαοτικός ασυνεχής σπάνιος ανώμαλος παράτυπος ακατάστατος αμελής εφήμερος απρόβλεπτος ατημέλητος νεοεισερχόμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι τακτικός στη δουλειά και ποτέ δεν αργεί.
- Κάνει τακτικούς ιατρικούς ελέγχους κάθε χρόνο.
- Ως τακτικό μέλος του συλλόγου, έχει δικαίωμα ψήφου.
- Υπηρετεί στον τακτικό στρατό εδώ και πέντε χρόνια.
- Η τακτική αποθήκευση των αρχείων βοηθά στην εύρεσή τους.