σώζομαι
ρήμα1. Να παραμένει ζωντανό ή ανέπαφο ένα πρόσωπο ή ζώο μετά από κίνδυνο, ατύχημα ή καταστροφή, συνήθως με παρέμβαση ή με αποφυγή του κινδύνου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε περίπτωση φωτιάς, με τη βοήθεια των πυροσβεστών σώζομαι.
- Αν ακολουθήσω τις οδηγίες σε σεισμό, σώζομαι.
- Αν μετανοήσω και πιστέψω, σώζομαι.
- Με τα αυτόματα αντίγραφα ασφαλείας σώζομαι από την απώλεια των αρχείων.
- Ακόμα κι αν αποτύχω, σώζομαι από τα χειρότερα.