σφοδρός

επίθετο

1. Που εκδηλώνεται με μεγάλη ένταση, δύναμη ή βία.

2. Που προκαλεί σημαντικές συνέπειες ή σοβαρή ζημιά.

3. Που χαρακτηρίζει έντονα φυσικά φαινόμενα, συγκρούσεις ή συναισθηματικές εκφράσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σφοδρή καταιγίδα έσπασε τα παράθυρα.
  • Ο καθηγητής δέχτηκε σφοδρή κριτική για το μάθημά του.
  • Οι κάτοικοι εξέφρασαν σφοδρές αντιδράσεις στην απόφαση.
  • Το αυτοκίνητο υπέστη σφοδρό πλήγμα στη σύγκρουση.
  • Έζησαν έναν σφοδρό έρωτα που άλλαξε τη ζωή τους.